Η ΗΔΟΝΗ, Η ΙΣΧΥΣ, Η ΟΥΤΟΠΙΑ
Απ την αρχή της συμβίωσής τους μέσα σε μεγαλύτερες ή μικρότερες κοινότητες, και στο φως των συναφών εμπειριών τους, οι άνθρωποι διαπίστωσαν εξ ανάγκης ότι δεν μπορούν να καθορίζουν τη συμπεριφορά τους κατ’ αρέσκεια, δίχως δηλαδή να λαμβάνουν υπ’ όψη τους τις πράξεις και τις αντιδράσεις των άλλων. Έστω κι αν οι εκάστοτε επιθυμίες των ατόμων πηγάζουν από τα μύχια της ύπαρξής τους, προς τα έξω τούς επιτρέπεται να εκδηπλωθούν και να πραγματωθούν μονάχα στο μέτρο και κατά τον τρόπο που αυτό συμβιβάζεται με όσους κανόνες συμπεριφοράς ρυθμίζουν έτσι ή αλλιώς την επικοινωνία των μελών της δεδομένης ομάδας. Σύμφωνα με την εσωτερική τους λογική, οι κανόνες τούτοι εξαντικειμενικεύονται και πυργώνονται μπροστά στο εξ ορισμού πιο αδύναμο άτομο ως βαθμίδες δικαιοδοσίας θεσπισμένες από τον Θεό ή τη Φύση, αξιώνοντας για τον εαυτό τους –αν θέλουμε να εκφρασθούμε με την ορολογία του Freud– την ισχύ και την περιωπή της αρχή της πραγματικότητας, η οποία έχει ως έργο της να χαλιναγωγεί τις ακαταλόγιστες ή και καταστροφικές εκδηλώσεις της αρχής της ηδονής.