Ο ΚΥΝΗΓΟΣ ΤΩΝ ΑΡΟΥΡΑΙΩΝ
Απόσπασμα
Την άνοίξη του 1920, συγκεκριμένα τον Μάρτιο, ακόμα πιο συγκεκριμένα στις 22 του μηνός –κάνω αυτή την παραχώρηση στην ακρίβεια με σκοπό να εξαγοράσω την είσοδό μου στους κόλπους των ακριβολόγων· χωρίς αυτή την ακρίβεια, ο σύγχρονος ανήσυχος αναγνώστης θα ψάχνει και θα ρωτάει στα γραφεία των εφημερίδων– βγήκα στην αγορά. Βγήκα, λοιπόν, στην αγορά στις 22 Μαρτίου και, επαναλαμβάνω, το 1920. Πρόκειται για την αγορά Σεννόι. Δεν θα μπορούσα, ωστόσο, να εντοπίσω ακριβώς τη γωνία στην οποία στεκόμουν, κι ακόμα, δεν θυμάμαι καθόλου τι έγραφαν εκείνη την ημέρα οι εφημερίδες. Δεν στεκόμουν σε καμιά γωνία, απλώς περπατούσα πάνω κάτω στο λιθόστρωτο, δίπλα στο κατεστραμμένο κτίριο της αγοράς. Πουλούσα μερικά βιβλία, τα τελευταία που μου είχαν απομείνει...
Σημείωμα του μεταφραστή
Τον Απρίλιο του 1902, όταν λιποτάκτησε από τον στρατό κι έγινε μέλος του Σοσιαλιστικού Επαναστατικού Κόμματος, ο Αλέξαντερ Στεπάνοβιτς Γκρινιέβσκι δεν είχε κλείσει ακόμα τα είκοσι δύο του χρόνια. Η παιδική του ηλικία στο απομακρυσμένο κυβερνείο της Βιάτκα ήταν άθλια και η ζωή στην οικογενειακή εστία αφόρητη – μετά τον θάνατο της μητέρας από φυματίωση και τον δεύτερο γάμο του πατέρα του, ενός εξόριστου Πολωνού αριστοκράτη. Στα δεκαέξι του αφήνει το πατρικό σπίτι για να ζήσει σε όλες τις άκρες της αχανούς Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ασκώντας κατά καιρούς όλα τα πιθανά ή απίθανα επαγγέλματα: ναυτικός, εργάτης, αντιγραφέας, χρυσοθήρας, κλητήρας, ξυλοκόπος, μαουνιέρης. Στην Οδησσό λιμοκτονεί ψάχνοντας για μπάρκο· στο Μπακού λιώνει από τη μαλάρια και ζητιανεύει για να ζήσει.
Ο Γκριν ανήκει σε μια γενιά συγγραφέων όχι πολύ γνωστών έξω απ’ την πατρίδα τους, αλλά εξαιρετικά αγαπητών στο ρωσικό κοινό: Μ. Μπουλγκάκοφ, Ι. Μπάμπελ, Ε. Ζαμιάτιν, Μ. Ζόσενκο, Μ. Λαβρενιόφ, Ι. Μπούνιν, Α. Πλατόνοφ, Γ. Αλιόσα – είναι μερικά από τα αντιπροσωπευτικότερα ονόματα της ρωσικής-σοβιετικής πεζογραφίας της δεκαετίας του ’20. Είναι η γενιά που μεγαλώνει μέσα στον επαναστατικό αναβρασμό, τον πόλεμο, την επανάσταση και τον εμφύλιο.