Book cover with text and illustration on a beige background

ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΒΓΗΚΑΝ ΣΕΡΓΙΑΝΙ

€11,00
Μετάβαση στις πληροφορίες προϊόντος
Book cover with text and illustration on a beige background

ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΒΓΗΚΑΝ ΣΕΡΓΙΑΝΙ

Συγγραφέας: Πιέρ Μπεττενκούρ

Μετάφραση: Ε.Χ. Γονατάς

Σειρά: Ποίηση (Μεταφράσεις)

Αρ. σειράς: 11

Σελίδες: 80

Διαστάσεις: 14 x 21 εκ.

Έτος έκδοσης: 2001

€11,00

Περιγραφή 

Ο Pierre Bettencourt –ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος και εκδότης-τυπογράφος–

 γεννήθηκε το 1917 στο Saint-Maurice d’Ételan, ένα μικρό χωριό της Νορμανδίας, όπου έζησε ως το 1963. Από το 1963 εγκαταστάθηκε στο Stigny (Yonne) της Βουργουνδίας […].

Δημοσίευσε στους εκδοτικούς οίκους Gallimard, Belfond, Lettres Vives, Le Passeur και σε άλλους πολλά βιβλία του […] με πεζά ποιήματα, μικρές ιστορίες, διηγήματα, μύθους και αφηγήσεις φανταστικών ταξιδιών, μολονότι έχει κάνει και στην πραγματικότητα ταξίδια σε πολλές χώρες (Αφρική, Ωκεανία, Μεξικό, Καμπότζη, Ιαπωνία, Ινδίες, Ινδονησία κ.α.), όπου του δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσει την τέχνη και τον πολιτισμό αυτών των χωρών. 

Ως ζωγράφος είναι κυρίως γνωστός για τα μεγάλων διαστάσεων ψηφιδωτά του, έργα φτιαγμένα κυρίως με υλικά που παίρνει από τη φύση: φτερά πεταλούδας, τσόφλια αυγών, σαλιγκάρια, μικρά ξερά φασόλια, κόκκους καφέ και καλαμποκιού κ.ά.

 Ως εκδότης-τυπογράφος ο P. Bettencourt, κατά την εικοσαετία 1942-1963, στοιχειοθέτησε με το χέρι και τύπωσε ο ίδιος στο μικρό ποδοκίνητο πιεστήριό του, σε πολύ λίγα αντίτυπα, δικά του κείμενα, καθώς και έργα των φίλων του Jean Dubuffet, Henri Michaux, André Gide, Francis Ponge, Jean Paulhan κ.ά. Οι μικρές αυτές εκδόσεις, που ορισμένες σελίδες τους έχουν χαρακτηρισθεί ως «ομιλούσα τυπογραφία», αποτελούν σπάνια επιτεύγματα υψηλής τυπογραφικής τέχνης.

Ε.Χ.Γονατάς

Απόσπασμα 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Μέρα με τη μέρα το βάρος μου με κυρίευε. Είχα γίνει πέτρα, βουνό. Ποιος θα με κουνούσε από τη θέση μου. Το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να στριφογυρίζω γύρω από τον εαυτό μου, να τρυπώνω χρυσά στα μονοπάτια μου. Απολάμβανα επιτέλους το θλιβερό προνόμιο της ωριμότητας. Τα ίδια τα κρίματά μου, καθώς καίγονταν, με φώτιζαν. Γιατί είχαν βάλει φωτιά στα χορτάρια μου, κι ολόκληρα κοπάδια από ζώα έφευγαν τώρα προς την πεδιάδα. Είχα γίνει όλος μια λάμψη, όπου μέσα της μπορούσες να δεις, πέρα μακριά, τη θάλασσα να γυαλίζει.