Η ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΕΡΩΜΕΝΗ
Παρουσίαση
Τον Νοέμβριο του 1841, ο διευθυντής της παρισινής εφημερίδας Ο Αιών (Le Siècle) ζήτησε από τον Μπαλζάκ (Honoré de Balzac, 1799-1850) να του δώσει προς δημοσίευση μία νουβέλα, προτείνοντας –στον μονίμως χρεωμένο συγγραφέα– το εφάπαξ ποσό των χιλίων φράγκων. Ο Μπαλζάκ δέχτηκε αμέσως και ξεκίνησε με φρενήρη ρυθμό τη συγγραφή της Φανταστικής ερωμένης (La Fausse Maitresse), που άρχισε να δημοσιεύεται στις 24 Δεκεμβρίου 1841. Για να προλάβει, τα έξι κεφάλαια του αρχικού σχεδιασμού κατέληξαν πέντε. Οι τίτλοι των κεφαλαίων (μέσα σε αγκύλες στην παρούσα έκδοση) είναι εκείνοι που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη δημοσίευση στην εφημερίδα. Η μετάφραση έγινε από την έγκυρη Εγκυκλοπαίδεια της Πλειάδος (Encyclopédie de la Pléiade), των εκδόσεων Gallimard. Η Φανταστική ερωμένη εντάσσεται στις Μελέτες Ηθών της Ανθρώπινης Κωμωδίας, στην ενότητα Σκηνές της ιδιωτικής ζωής.
Απόσπασμα
Ένα όμορφο χέρι έκλεισε το στόμα του κόμη τόσο ξαφνικά, που η χειρονομία αυτή φάνηκε σαν ράπισμα.
«Κι όμως, ναι», συνέχισε εκείνος. «Η φιλία, άγγελέ μου, αγνοεί τη χρεοκοπία των συναισθημάτων και την πτώχευση της ηδονής, ενώ ο έρωτας, αφού πρώτα δώσει περισσότερα απ’ όσα μπορεί, καταλήγει να δίνει λιγότερα απ’ όσα εισπράττει».
«Αυτό ισχύει και για τις δύο πλευρές», είπε χαμογελώντας η Κλημεντίνη.
«Ναι», συνέχισε ο Αδάμ, «ενώ η φιλία δεν μπορεί παρά να μεγαλώνει. Έλα τώρα, μην κατεβάζεις τα μούτρα. Εμείς, άγγελέ μου, είμαστε συνάμα φίλοι κι εραστές· έχουμε συνδυάσει, έτσι τουλάχιστον ελπίζω, και τα δύο συναισθήματα στον ευτυχισμένο μας γάμο».