ΛΗΞΙΑΡΧΕΙΟΝ
Απόσπασμα
ΑΥΛΑΙΑ. Ανάβουν τα φώτα –αλλού σβήνουν– κι ενώ η νεροποντή συνεχίζεται λανθάνουσα στα παρασκήνια, εις το κυλικείον του θεάτρου πηγαινοέρχονται οι θεαταί περί πολλά λαλούντες, περί ανωδύνου π.χ. τοκετού ή για την μέλλουσα ζωή –την άλλη, την μετά θάνατον– περί ανέμων και υδάτων. Γι’ αυτούς αλλού βροντά και πέρα βρέχει. Μερικοί μόνον –λίγοι, ελάχιστοι–, φοιτηταί κατά πάσαν πιθανότητα που κατεβήκαν ως εκεί από τα ύψη του εξώστου –κάτι δύσκολα παιδιά–, μιλούσαν κι έλεγαν με σθεναράν φωνήν, υποστηρίζοντες ότι ο κρούων την θύραν είναι πλάσμα της φαντασίας του γραφέως ή το αντίθετον, μη αποκλείοντες και άλλην εκδοχήν –πιθανόν να πρόκειται περί ενός και του αυτού προσώπου–, όλα πιθανά, τίποτα δεν αποκλείεται, κυρίως ο συσχετισμός του συγγραφέως με τον αυτόχειρα, οπότε εις την περίπτωσιν αυτήν κάποιος πρέπει να τρέξει, να προλάβει…